Το Όρος Owen Claw



Περίπου πριν από 3 δεκαετίες μια ομάδα αρχαιολόγων διεξήγαγε στα πλαίσια μιας εξερεύνησης, σε μια μεγάλου μεγέθους σπηλιά στο Όρος Owen της Νέας Ζηλανδίας, έγιναν μάρτυρες μιας
«τρομερής» ανακάλυψης. Μπροστά τους κείτονταν ένα τεραστίων διαστάσεων νύχι ζώου που έμοιαζε με το άκρο ενός δεινόσαυρου και το οποίο ήταν τόσο καλοδιατηρημένο που η σάρκα του ήταν διακριτή, ακόμα και το εξωτερικό του δέρμα ήταν λείο- σαν να είχε πεθάνει προσφάτως. Μέσα από αναλύσεις τα αποτελέσματα που προέκυψαν ήταν εκπληκτικά.

Η παλαιότητα του άκρου αυτού χρονολογείται τουλάχιστον για 3.300 χρόνια σε κατάσταση μουμιοποίησης και ότι ανήκει σ’ ένα προϊστορικό πτηνό το λεγόμενο Moa και το οποίο εξαφανίστηκε αιώνες νωρίτερα. Η επιστημονική ονομασία του Moa (Megalapteryx didimus) ή «A huge kiwi bird» ήταν ένα είδος ενδημικού πτηνού στη Νέα Ζηλανδία. Η ανάλυση του dna κοινοποιήθηκε στα πρακτικά της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών (Proceedings of the National Academy of Sciences) απ’ όπου και εικάζεται ότι το πρώτο πτηνό Moa έκανε την εμφάνιση του γύρω στα 18.5 εκατομμύρια χρόνια και ότι υπήρχαν ακόμα 10 διαφορετικά είδη τα οποία όμως είχαν και αυτά την ίδια προδιαγεγραμμένη μοίρα της εξαφάνισης, εξαιτίας του αυξανόμενου ανθρώπινου πολιτισμού.

Τα υποείδη του πτηνού Moa έφθαναν τα 3 μέτρα ύψος και ήταν κάποτε τα μεγαλύτερα είδη πτηνών στον κόσμο. Εντούτοις το πτηνό Moa που κατοικούσε στις ορεινές περιοχές είχε μέγεθος που έφθανε μόλις το 1 μέτρο και 30 εκατοστά ενώ το σώμα του ήταν καλυμμένο με πούπουλα, στερούνταν φτερά και ουρά. Το 1839 ο John W. Harris ανακάλυψε για πρώτη φορά το πτηνό όταν η φυλή των Μαορί του πρόσφερε ένα απολιθωμένο οστό, το οποίο περιήλθε στα χέρια του Sir Richard Owen, που εργαζόταν στο Hunterian μουσείο στο Royal College of Surgeons στο Λονδίνο. Η συναρμολόγηση οστό προς οστό, του διήρκεσε 4 χρόνια. Όμως, ένα οστό δεν ταίριαζε με τα υπόλοιπα που είχε στην κατοχή του. Τότε συμπέρανε ότι το οστό ανήκε σ’ ένα μεγαλύτερο άγνωστο πτηνό. Αρχικώς περιγελάστηκε από την επιστημονική κοινότητα για την θεωρία του η οποία μάλιστα δεν άργησε να επιβεβαιωθεί με την συναρμολόγηση ενός μεγάλου πτηνού Moa.

Ορισμένα από τα δείγματα που εκτίθενται είναι με μαλακό ιστό, μυς, δέρμα ακόμα και πούπουλα τα οποία έχουν βρεθεί σε σπηλιές, αμμόλοφους και βάλτους. Πιθανόν τα πτηνά είτε έψαχναν στέγη για την εναπόθεση αυγών είτε για καταφύγιο από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Τον 13ο αιώνα οι Πολυνήσιοι που μετανάστευσαν στην Νέα Ζηλανδία, ο πληθυσμός του πτηνού Moa βρισκόταν στην ακμή του. Ήταν τα κυρίαρχα φυτοφάγα στα δάση, στους θάμνους και στα υποαλπικά οικοσυστήματα για χιλιάδες χρόνια ενώ ο μοναδικός τους «εχθρός» ήταν ο αετός Haast’s. Επειδή καθυστερούσαν να φθάσουν στην αναπαραγωγική ηλικία αυτός ήταν και ο λόγος που βρέθηκαν αντιμέτωποι με την εξαφάνιση. Και φυσικά δεν άργησε να έρθει και το τέλος για τον θηρευτή αετό Haast’s, ο οποίος εξαρτιόταν διατροφικά από το πτηνό Moa.

Ο Ιάπωνας γενετιστής Ankoh Yasuyuki Shirota εξήγαγε το dna από τα καλοδιατηρημένα δείγματα του πτηνού με σκοπό να τα τοποθετήσει μέσα σε έμβρυα πουλερικών. Με την ιδέα της «αναγέννησης» να κερδίζει έδαφος και την υποστήριξη ακόμα και του Trevor Mallard, μέλος του Συμβουλίου της Νέα Ζηλανδίας ο οποίος μάλιστα επικροτεί την αναβίωση του πτηνού Moa ως μια «βιώσιμη ιδέα».













ΠΗΓΗ 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις