Ford, General Motors και Renault γίνονται... εμπόροι θανάτου – Όλα θυμίζουν... παγκόσμιο πόλεμο

Η πιο σκοτεινή στροφή: Ford, General Motors και Renault γίνονται... εμπόροι θανάτου – Όλα θυμίζουν... παγκόσμιο πόλεμο 

Μια εξέλιξη που μέχρι πριν από λίγα χρόνια

θα έμοιαζε αδιανόητη εξελίσσεται πλέον με ταχύτατους ρυθμούς στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη.
Οι μεγάλες αυτοκινητοβιομηχανίες της Δύσης εγκαταλείπουν σταδιακά τον πολιτικό τους ρόλο και επιστρέφουν στην παραγωγή οπλικών συστημάτων, θυμίζοντας τις πιο σκοτεινές περιόδους του 20ού αιώνα.
Η αιτία είναι η δραματική εξάντληση των στρατιωτικών αποθεμάτων μετά από διαδοχικές συγκρούσεις υψηλής έντασης και η αδυναμία της αμυντικής βιομηχανίας να ανταποκριθεί στις αυξανόμενες ανάγκες.
Ο Αμερικανός πρόεδρος Donald Trump ανακοίνωσε ότι οι αυτοκινητοβιομηχανίες Ford και General Motors θα αξιοποιήσουν μέρος των παραγωγικών τους δυνατοτήτων για την κατασκευή πυραύλων και άλλων οπλικών συστημάτων.
Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά από τον Λευκό Οίκο, οι Ηνωμένες Πολιτείες ξεκινούν μια μεγάλης κλίμακας εκστρατεία στρατιωτικής παραγωγής, με στόχο την ταχεία αναπλήρωση των αποθεμάτων τους.
Η ανακοίνωση προκάλεσε αίσθηση, καθώς για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες κορυφαίες αυτοκινητοβιομηχανίες καλούνται να διαδραματίσουν τόσο ενεργό ρόλο στην αμερικανική πολεμική βιομηχανία.
Παρότι η παραγωγή αυτοκινήτων δεν πρόκειται να σταματήσει, οι αδρανείς ή υποαπασχολούμενες γραμμές παραγωγής θα μετατραπούν σε κέντρα κατασκευής κρίσιμων στρατιωτικών συστημάτων, μεταξύ των οποίων οι πύραυλοι αεράμυνας Patriot και οι πύραυλοι κρουζ Tomahawk.
Πίσω από αυτή την ιστορική στροφή βρίσκεται η ανησυχητική εικόνα των αμερικανικών αποθεμάτων.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που κυκλοφορούν στους αμυντικούς κύκλους της Ουάσιγκτον, η σύγκρουση με το Ιράν εξάντλησε σε πρωτοφανή βαθμό το πυραυλικό οπλοστάσιο των ΗΠΑ.
Μέσα σε λίγες μόλις εβδομάδες επιχειρήσεων, καταναλώθηκε σχεδόν το ήμισυ των διαθέσιμων αναχαιτιστών Patriot και περίπου το ένα τρίτο των πυραύλων Tomahawk. Η αναπλήρωση αυτών των ποσοτήτων απαιτεί χρόνια παραγωγής, γεγονός που ανάγκασε την αμερικανική κυβέρνηση να αναζητήσει λύσεις εκτός των παραδοσιακών αμυντικών εργολάβων.
Το ερώτημα που προέκυψε αμέσως ήταν τι θα συμβεί με τους κολοσσούς της αμερικανικής αμυντικής βιομηχανίας, όπως η Lockheed Martin, η Northrop Grumman, η General Dynamics και η Boeing.
Ωστόσο, αντί να αποκλειστούν από τη νέα στρατηγική, φαίνεται ότι θα συνεργαστούν στενά με τις αυτοκινητοβιομηχανίες, αξιοποιώντας την τεράστια παραγωγική εμπειρία και τις εφοδιαστικές αλυσίδες τους.

Η ανάλυση

Ο Ρώσος οικονομολόγος Nikita Krichevsky εκτίμησε ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να προηγήθηκαν διαβουλεύσεις μεταξύ της διοίκησης των Ford και General Motors και του Trump.
Όπως υποστήριξε, οι δύο εταιρείες ενδέχεται να προσέφεραν καλύτερους όρους κόστους και χρόνου παράδοσης για τις στρατιωτικές παραγγελίες, γεγονός που έκανε ιδιαίτερα ελκυστική τη συμμετοχή τους στο πρόγραμμα ανασυγκρότησης των αμερικανικών αποθεμάτων.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η μετάβαση από την παραγωγή αυτοκινήτων στην παραγωγή πυραύλων δεν αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο όταν διατίθενται δισεκατομμύρια δολάρια κρατικών κονδυλίων.
Οι εταιρείες μπορούν να προσλάβουν εξειδικευμένο προσωπικό, να αποκτήσουν την απαιτούμενη τεχνογνωσία και να ξεκινήσουν σχετικά γρήγορα την παραγωγή προηγμένων οπλικών συστημάτων όπως οι Patriot και οι Tomahawk.
Ο Krichevsky απέρριψε επίσης τα σενάρια που συνδέουν τη νέα στρατηγική με πιθανή αύξηση των προμηθειών προς την Ουκρανία, υποστηρίζοντας ότι ο Trump θα χρησιμοποιήσει τα νέα αποθέματα με βάση τις δικές του γεωπολιτικές προτεραιότητες.
Κατά την άποψή του, ενδεχόμενες εξαγωγές θα μπορούσαν να κατευθυνθούν προς την Ευρώπη ή την Ιαπωνία, χωρίς αυτό να σημαίνει αυτόματα μεγαλύτερη στρατιωτική στήριξη προς το Κίεβο.
Η αλλαγή πορείας έχει ήδη αρχίσει να λαμβάνει συγκεκριμένη μορφή.
Στις 16 Ιουνίου, η Lockheed Martin και η GM Defense ανακοίνωσαν επίσημη συνεργασία με στόχο την ενίσχυση της αμερικανικής αμυντικής και βιομηχανικής βάσης.
Η συμφωνία, η οποία διευκολύνθηκε από το αμερικανικό υπουργείο Πολέμου, αποσκοπεί στην ενίσχυση των εφοδιαστικών αλυσίδων, στην αναβάθμιση των παραγωγικών δυνατοτήτων και στην αξιοποίηση των εμπορικών υποδομών της General Motors για τη μαζική παραγωγή κρίσιμων στρατιωτικών συστημάτων.
Ο επιχειρησιακός διευθυντής της Lockheed Martin, Frank St. John, περιέγραψε εύγλωττα τη λογική της συνεργασίας, διερωτώμενος τι κοινό μπορεί να έχει ένας αναχαιτιστής THAAD με μια Corvette της General Motors.
Η απάντησή του ήταν ότι και τα δύο αποτελούν προϊόντα υψηλής τεχνολογίας, απαιτούν ακραία ακρίβεια, πολύπλοκες εφοδιαστικές αλυσίδες και δυνατότητα παραγωγής σε μεγάλη κλίμακα.
Την ίδια ημέρα, ο Trump ενεργοποίησε τον ιστορικό Defense Production Act του 1950, υποστηρίζοντας ότι οι υφιστάμενοι περιορισμοί στην αμερικανική βιομηχανική βάση αποτελούν δυνητική απειλή για την εθνική άμυνα.
Στο σχετικό προεδρικό υπόμνημα γίνεται λόγος για περιορισμένη παραγωγική ικανότητα, εύθραυστες εφοδιαστικές αλυσίδες και σοβαρά σημεία συμφόρησης που απειλούν την παραγωγή πυραύλων, πυρομαχικών και άλλων κρίσιμων οπλικών συστημάτων.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική υπό το φως των στοιχείων που δημοσιοποίησε το Center for Strategic and International Studies (CSIS) σχετικά με τα αποθέματα των ΗΠΑ πριν από την έναρξη της Επιχείρησης Epic Fury στις 28 Φεβρουαρίου 2026.
Σύμφωνα με την έκθεση, οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις διέθεταν περίπου 3.100 πυραύλους Tomahawk, από τους οποίους χρησιμοποιήθηκαν περισσότεροι από 1.000.
Από τους 400 διαθέσιμους αναχαιτιστές THAAD καταναλώθηκαν από 190 έως 290, ενώ από τους 2.500 αναχαιτιστές Patriot εκτοξεύθηκαν από 1.060 έως 1.430.
Παράλληλα, χρησιμοποιήθηκαν περισσότεροι από 250 πυραύλους SM-3 από σύνολο περίπου 400, έως και 370 πύραυλοι SM-6, πάνω από 1.100 πύραυλοι JASSM από απόθεμα άνω των 4.000 και 40 έως 70 πύραυλοι PrSM από ένα ιδιαίτερα περιορισμένο απόθεμα μικρότερο των 100 μονάδων.
Τα στοιχεία αυτά προκαλούν έντονο προβληματισμό στους στρατηγικούς σχεδιαστές της Δύσης.
Αν η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη του κόσμου μπορεί να καταναλώσει μέσα σε μόλις 40 ημέρες από το ένα τρίτο έως σχεδόν το μισό των αποθεμάτων των πιο κρίσιμων πυραύλων της, χωρίς καν να πραγματοποιήσει μεγάλης κλίμακας χερσαία εισβολή, τότε τίθεται το ερώτημα κατά πόσο θα μπορούσε να αντέξει έναν παρατεταμένο πόλεμο απέναντι σε μια δύναμη όπως η Κίνα ή η Ρωσία.

Πολεμικός πυρετός στην Ευρώπη

Την ίδια στιγμή, αντίστοιχες εξελίξεις καταγράφονται και στην Ευρώπη.
Η Renault ανακοίνωσε συνεργασία με τη γαλλική εταιρεία αμυντικής τεχνολογίας Thales για τη μαζική παραγωγή των περιφερόμενων πυρομαχικών Toutatis.
Η παραγωγή αναμένεται να ξεκινήσει το 2027 και να φτάσει τις 1.000 μονάδες τον μήνα, έναντι μόλις 100 μονάδων ετησίως που παράγονται σήμερα.
Η συνεργασία αυτή αποτελεί το δεύτερο κοινό αμυντικό πρόγραμμα των δύο εταιρειών, οι οποίες ήδη συνεργάζονται στην ανάπτυξη του τακτικού οχήματος 4-TROOP.
Παράλληλα, η Renault συμμετέχει και στο πρόγραμμα Chorus για την ανάπτυξη drone μεγάλης εμβέλειας, με προβλεπόμενη παραγωγή περίπου 600 μονάδων μηνιαίως.
Η επιστροφή της Renault στην αμυντική βιομηχανία σηματοδοτεί το τέλος μιας παύσης σχεδόν ογδόντα ετών.
Κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η γαλλική εταιρεία κατασκεύαζε φορτηγά, ασθενοφόρα, πυρομαχικά και τα θρυλικά άρματα FT17, ενώ μέχρι το 1944 είχε παράγει περισσότερους από 30.000 αεροπορικούς κινητήρες, αποτελώντας έναν από τους σημαντικότερους αμυντικούς κατασκευαστές της Γαλλίας.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική.
Σχεδόν οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι κυβερνήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρώπης επιστρέφουν σε ένα μοντέλο πολεμικής οικονομίας που πολλοί πίστευαν ότι είχε οριστικά εγκαταλειφθεί.
Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, ο πόλεμος ΗΠΑ–Ιράν και η αυξανόμενη γεωπολιτική αστάθεια έχουν αναδείξει με τον πιο δραματικό τρόπο ότι οι μεταψυχροπολεμικές δυνατότητες παραγωγής όπλων δεν επαρκούν πλέον.
Έτσι, οι αυτοκινητοβιομηχανίες καλούνται ξανά να διαδραματίσουν ρόλο στην πολεμική προετοιμασία των κρατών.
Το μεγάλο ερώτημα είναι αν αυτή η πρωτοφανής κινητοποίηση θα αρκέσει για να καλύψει τις ανάγκες μιας εποχής που μοιάζει να εισέρχεται σε έναν νέο, ιδιαίτερα επικίνδυνο κύκλο παγκόσμιου εξοπλιστικού ανταγωνισμού.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΠΗΓΗ 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις