Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΜΑΕΣΤΡΟΣ ΤΟΥ Γ΄ ΡΑΙΧ HERBERT VON KARAJAN - Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ.

Ο Χέρμπερτ φον Κάραγιαν (Herbert von Karajan) θεωρείται μέχρι και σήμερα ο κορυφαίος μαέστρος του 20ού αιώνα. Καταγόταν από την Κοζάνη, ως γόνος της εύπορης οικογένειας Καραγιάννη, τα μέλη της οποίας μετοίκησαν επί Τουρκοκρατίας στη Βιέννη. Μάλιστα, ο παππούς του, Θεόδωρος Καραγιάννης, έλαβε τον τίτλο του Ιππότη (Ritter), ο οποίος μεταβιβάστηκε στους απογόνους του βάσει κληρονομικού δικαιώματος.
Ο ίδιος, ένθερμος οπαδός του Εθνικοσοσιαλισμού, υπέβαλε από πολύ νωρίς αίτηση ένταξης στο κόμμα —συγκεκριμένα στις 8 Απριλίου 1933— ενώ κατοικούσε στο Σάλτσμπουργκ της Αυστρίας. Η κίνηση αυτή του εξασφάλιζε κυρίως διώξεις, καθώς στην Αυστρία του μετέπειτα δικτάτορα Ντόλφους οι Εθνικοσοσιαλιστές, ως υποστηρικτές της ένωσης με τη Γερμανία, τελούσαν υπό διωγμό. Λίγο αργότερα, τον Ιούλιο του 1933, το κόμμα αυτό τέθηκε υπό επίσημη απαγόρευση. Ο Φον Κάραγιαν, έχοντας εγκαταλείψει την αποπνικτική ατμόσφαιρα της κληρικοαυταρχικής Αυστρίας (Clerical Authoritarianism) του Ντόλφους, ολοκλήρωσε την εγγραφή του στο Κόμμα στη Γερμανία όπου είχε μεταναστεύσει, λαμβάνοντας τον αριθμό μέλους 3.430.914.
Η Γερμανία της δεκαετίας του '30 αποτελούσε το ιδανικό περιβάλλον για τις καλλιτεχνικές ανησυχίες ενός ανθρώπου με την ιδιοσυγκρασία του Κάραγιαν. Στον τομέα της τέχνης, ο Εθνικοσοσιαλισμός απέρριψε τον «μοντερνισμό» —τον οποίο στιγμάτιζε ως «εκφυλισμένη τέχνη» (Entartete Kunst) και θεωρούσε χαοτικό— επιστρέφοντας στις αξίες του Κλασικισμού, αποδίδοντάς τες όμως σε μια μνημειώδη κλίμακα.
Ο Εθνικοσοσιαλισμός χρησιμοποίησε την τέχνη ως μέσο προβολής της ισχύος, της υγείας και της αρμονίας. Τα αγάλματα του Άρνο Μπρέκερ ή η αρχιτεκτονική του Άλμπερτ Σπέερ δεν επιδέχονταν αμφισβήτηση· αποτελούσαν την ενσάρκωση του ιδανικού. Στη μουσική, το αντίστοιχο των Μπρέκερ και Σπέερ υπήρξε ο Ρίχαρντ Βάγκνερ (Richard Wagner), παρόλο που είχε φύγει από τη ζωή δεκαετίες πριν από την άνοδο των Εθνικοσοσιαλιστών στην εξουσία.
Ο Βάγκνερ δεν ήταν απλώς ένας συνθέτης· αποτελούσε το πνευματικό θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε η μουσική αισθητική του εθνικοσοσιαλισμού ενώ ο Κάραγιαν ενσάρκωσε το πρότυπο του απόλυτου ηγέτη επί σκηνής. Η στάση του —με τα μάτια συχνά κλειστά και τις απόλυτα ελεγχόμενες κινήσεις— έδινε την αίσθηση ενός ανθρώπου που δαμάζει το χάος της ορχήστρας μέσω της καθαρής θέλησης. Ήταν η ζωντανή απεικόνιση της ιεραρχίας: εκατό μουσικοί απόλυτα πειθαρχημένοι σε μια ενιαία βούληση, με σκοπό την παραγωγή ενός αψεγάδιαστου αποτελέσματος.
Ο Κάραγιαν κυνήγησε τον τέλειο ήχο. Απαιτούσε από τις ορχήστρες του —στο Άαχεν, στο Βερολίνο και αργότερα σε παγκόσμια κλίμακα— έναν ήχο συμπαγή, πλούσιο και αψεγάδιαστο. Η ορχήστρα του λειτουργούσε με την ακρίβεια γερμανικής μηχανής. Αυτή η «στιλπνότητα» του ήχου αποτελούσε την ακριβή μουσική αντιστοιχία της αρχιτεκτονικής του Σπέερ: μεγαλοπρεπής, επιβλητική και χωρίς την παραμικρή ρωγμή.
Παράλληλα, ο Κάραγιαν υπήρξε πρωτοπόρος της τεχνολογίας, καθώς αντιλήφθηκε νωρίς ότι η ισχύς της τέχνης πολλαπλασιάζεται μέσω των τεχνικών μέσων. Ήταν ο πρώτος που εκμεταλλεύτηκε πλήρως τις δυνατότητες της μαγνητοταινίας (Magnetophon) της AEG. Ενώ άλλοι μαέστροι αντιμετώπιζαν το μικρόφωνο με επιφύλαξη, ο Κάραγιαν το χρησιμοποίησε για να «κατακτήσει» τον χώρο και τον χρόνο, διασφαλίζοντας ότι η γερμανική μουσική υπεροχή θα έφτανε σε κάθε σπίτι με την υψηλότερη δυνατή ποιότητα.
Αν και ο Χίτλερ προτιμούσε τον «παλαιάς κοπής» Φούρτβενγκλερ, ο Γκέμπελς λάτρευε τον Κάραγιαν, αποκαλώντας τον «Θαύμα Κάραγιαν» (Das Wunder Karajan). Τον θεωρούσε το πρόσωπο μιας νέας, δυναμικής και τεχνολογικά ανώτερης Γερμανίας. Υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλής στα μέλη των SS, τα οποία παρακολούθησαν αρκετές παραστάσεις του. Το 1935, το Υπουργείο Πολιτισμού τού ανέθεσε τη διεύθυνση του «Τανχόιζερ» (Tannhäuser) του Βάγκνερ για τα γενέθλια του Χίτλερ. Στο πλαίσιο των εμφανίσεών του, διηύθυνε επανειλημμένα το «Horst-Wessel-Lied», τον επίσημο ύμνο του NSDAP. Η τελευταία παράσταση που διηύθυνε επί Τρίτου Ράιχ πραγματοποιήθηκε στο Βερολίνο το 1945, λίγους μήνες πριν από την πτώση της Γερμανίας.
Με τη λήξη του πολέμου κατέφυγε στην Ιταλία, όπου φιλοξενήθηκε στην οικία του διακεκριμένου Ιταλού μαέστρου και συνθέτη Victor de Sabata, φίλο του Μουσολίνι. Παρά το ιδεολογικό παρελθόν του, κατόρθωσε να μην διωχθεί από τα δικαστήρια «Αποναζιστικοποίησης» των Συμμάχων. Μεταπολεμικά, η αίσθηση κατωτερότητας που ένιωσαν οι νικητές απέναντι στην υπεροχή της γερμανικής τέχνης, η οποία είχε παραχθεί τα προηγούμενα έτη, οδήγησε στη συστηματική καταστροφή κάθε αγάλματος, κτιρίου ή έργου που προέβαλλε τα ιδανικά του Εθνικοσοσιαλισμού.
Καθώς η κλασική ομορφιά ταυτίστηκε με το ηττημένο καθεστώς, η μεταπολεμική τέχνη στράφηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση: αν η τάξη θεωρείται «φασιστική», τότε το χάος εκλαμβάνεται ως «ελεύθερο». Η ασχήμια προβλήθηκε ως η νέα «αλήθεια», με το επιχείρημα ότι η ζωή είναι ατελής· συνεπώς, η τέχνη οφείλει να αναδεικνύει το άσχημο και το θρυμματισμένο για να παραμένει «ειλικρινής». Ενώ στην εθνικοσοσιαλιστική αισθητική η υψηλή τεχνική κατάρτιση αποτελούσε απαράβατο όρο, στη σύγχρονη τέχνη η ιδέα απέκτησε μεγαλύτερη βαρύτητα από την εκτέλεση. Η έλλειψη δεξιοτεχνίας βαφτίστηκε «έκφραση», καθώς η ίδια η έννοια της μαστοριάς αντιμετωπίζεται συχνά με καχυποψία, ως ένα ύποπτο εργαλείο προπαγάνδας του παρελθόντος.
Μεταπολεμικά, ο Κάραγιαν υπήρξε ο μόνος που κατόρθωσε να μεταλαμπαδεύσει την παραδοσιακή αισθητική της ισχύος και του κάλλους στη νέα εποχή. Ενώ το κυρίαρχο καλλιτεχνικό ρεύμα των νικητών προωθούσε το «ατελές», ο Κάραγιαν κυριάρχησε στην παγκόσμια σκηνή για τέσσερις δεκαετίες. Οι εκατομμύρια πωλήσεις των δίσκων του απέδειξαν ότι το κοινό παρέμενε προσηλωμένο στην τάξη , το μεγαλείο και τις αξίες που εκείνος πρέσβευε. Ως ένας «αρχιτέκτονας του ήχου», αρνήθηκε συστηματικά να συμβιβαστεί με τη μετριότητα. Αν τα αγάλματα του Μπρέκερ αποτελούσαν την παγωμένη κλασική ομορφιά, η διεύθυνση του Κάραγιαν ήταν η ενσάρκωση του κλασικού κάλλους σε κίνηση· μια απόδειξη ότι η γοητεία του παρελθόντος διατηρεί την ισχύ της ακόμη και σήμερα. Ο Κάραγιαν κατάφερε κάτι μοναδικό: Επέβαλε την αισθητική της πειθαρχημένης ισχύος μέσα στην καρδιά της δημοκρατίας


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου