ΚΑΦΕΝΕΙΟΝ "ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ"

Μπορεί να είναι εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα, Camogli, οδός, Πιάτσα ντι Σπάνια και ο ποταμός Άρνο  

Όταν η πλατεία άλλαξε

το όνομά της από Πλατεία Μαναστηρακίου σε Μουσταφά Αγά Τζισταράκ, το παραδοσιακό Καφενείον Ελληνικόν διατήρησε το δικό του, παρά τις κατηγορίες για ακραίο εθνικισμό ή φασισμό.
Συχνά επισκέπτονταν ντόπιοι διανοούμενοι και προοδευτικοί - σε έντονη αντίθεση με το παλιό Bar Sport, το οποίο ήταν ένα τετράγωνο πιο πέρα, ένα αντιδραστικό στέκι για τους λάτρεις του ποδοσφαίρου, λάτρεις του αιδοίου, στοχαστές της επιρροής του αιδοίου στο ποδόσφαιρο και αναθεωρητές της δύναμης του ποδοσφαίρου πάνω στο αιδοίο.


Ο ιδιοκτήτης του παραδοσιακού Καφενείον Ελληνικόν είχε το παρατσούκλι «Μητσάρας» - όχι επειδή η σύζυγός του από το Καρπενήσι σχεδίαζε να τον σκοτώσει, αλλά λόγω της ομοιότητάς του με τον δεξιοτέχνη της χρήσης τοτ ξύλου, έναν άριστο επιπλοποιό από την επαρχία της Λάρισας, έναν μεταθανάτιο εθνικοσοσιαλιστή.


Όταν η διαπολιτιστμκή διαμεσολαβήτρια Τζένη Ρουφατρομπόνη και η Πόπη Καβαλοπαλούκη - η σύμβουλος για τις συμπεριληπτικές πολιτικές - ήρθαν να τον δουν, ως εκπρόσωποι του Υπουργείου Μετανάστευσης, ήμουν εκεί, ακούγοντας τον Μητσάρα να εξηγεί, ανάμεσα σε πρωινά ποτήρια κρασιού Μαλαγουζιάς και ημίγλυκο Μοσχάτο, με ποιο τρόπο οι μετανάστες θα μας έσωζαν από την υπερθέρμανση του πλανήτη.


«Καλημέρα, Μητσάρα! Η κυρία Ρουφατρομπόνη και εγώ έχουμε μια πρόταση για σένα. Μια πρόταση που οπωσδήποτε δεν είναι εφικτό να αρνηθείς».
«Υπάρχει μια οικογένεια από το Μποχακλανιδοστάν που διαφεύγει από τον πόλεμο, τα τσουνάμι και την καταδίωξη από τον Ιερό Λόχο. Θα θέλαμε να τους φιλοξενήσεις σε εκείνο το άδειο διαμέρισμα που έχεις πάνω από το καφενείο. Με έξοδα του Υπουργείου, φυσικά».
Ο Μητσάρας έκανε τους οικονομικούς υπολογισμούς του και δέχτηκε με ενθουσιαμό.
Για να καλωσορίσει τους Μποχακλανιδοστανούς, ο Μητσάρας οργάνωσε ένα πάρτι υποδοχής με δωρεάν κρασί για τους Έλληνες· μη γνωρίζοντας τι θα μπορούσαν να πίνουν οι νεοφερμένοι, αγόρασε μερικά άθλια φτηνιάρικα τσάι ροδάκινο.


Η οικογένεια των μεταναστών κατέβηκε από το λεωφορείο νωρίς το πρωί, εν μέσω των ανακουφισμένων βλεμμάτων των υπόλοιπων επιβατών. Υπήρχε ένας σκουρόχρωμος αδύνατος άντρας —με τραγίσιο μούσι, ισλαμικό σκουφάκι, μακριά κελεμπία και παντόφλες βοσκού καμηλών— που τον ακολουθούσε μια ουρά από μαυροντυμένες γυναικείες φιγούρες ολοκληρωτικά καλυμένες, οι οποίες γλιστρούσαν πίσω του σαν τοξικό σμήνος μεδουσών, καθώς και καμιά δεκαριά συμπαθητικά κατσικάκια που βέλαζαν.
Πέρασαν γρήγορα και απόμακρα την είσοδο αφού πήραν τα κλειδιά, αφήνοντας τους υπόλοιπους να πίνουν και να κοροϊδεύουν τον Μητσάρα για την καλοσύνη του, η οποία δεν εκτιμήθηκε καθόλου όπως θα έπρεπε.


Την επόμενη μέρα, όταν άνοιξε το μαγαζί, ο Μητσάρας βρήκε ένα βουνό από σακούλες με σκουπίδια πάνω στην τέντα του καφενείου. Κατάπιε το ξέσπασμα θυμού και τα καθάρισε όλα πριν φτάσουν οι πρωινοί θαμώνες.


Το ίδιο συνέβη και την επόμενη μέρα, αλλά και τη μεθεπόμενη.
«Μητσάρα, το μπαρ σου αρχίζει να βρωμάει· τι συμβαίνει; Ρωτούσαν απελπισμένα οι θαμώνες»
«Πρέπει να φταίει η αποχέτευση· έχω ήδη καλέσει το συνεργείο επισκευής».
Το ψέμα κράτησε μέχρι τη στιγμή που ο Πανεπιστημιακός καθηγητής Λούλης Τριβοκαβλάντης —λέκτορας και διδάκτωρ της Γυαλοχάρτησης της Οσχεϊκής Επιδερμίδας — δέχτηκε στο κεφάλι μια σακούλα με κατσικίσιες κακαράντζες. Ο Μητσάρας έτρεξε έξω και στάθηκε μπροστά στο καφενείο, κάτω από το μπαλκόνι, δίπλα στον δύστυχο καθηγητή που προσπαθούσε να καθαριστεί από τα σκατά.
«Έι, Αμπντούλ Ραχμάν, έλα στο παράθυρο.»
Τα παράθυρα όμως παρέμεναν κλειστά.
«Φανέρωσε τη μούρη σου, ρε σκατο-μπαστάρδεμα, ρε γιδογαμιά, ρε πηδίκουλα άρρωστης θηλυκής καμήλας.»
«Τι συμβαίνει, Μητσάρα;»


Η κυρία Τίνα Πουστιφέρνη —ανύπαντρη τρανς και ακτιβίστρια— είχε πλησιάσει, φανερά ανήσυχη.
«Τίνα, το Υπουργείο μου πάρκαρε μια οικογένεια πιθηκοειδών στο διαμέρισμα πάνω από το καφενείο μου, κι αυτοί χρησιμοποιούν την τέντα σαν σκουπιδότοπο.»
«Γιατί μιλάς έτσι, Μητσάρα; Είναι απλώς άνθρωποι με άλλη κουλτούρα. Πρέπει να τους κατανοήσουμε.»
«Τίνα, σε παρακαλώ... αν αρχίσεις να ξερνάς αυτές τις αριστερίστικες καθυστερημένες μπουρδολογικές ιδεοληψίες, σ’ το λέω, να πας να γαμηθείς...»
«Θα καλέσω την αστυνομία, Μητσάρα· τότε θα μπορείς να επαναλάβεις τις σεξιστικές και ρατσιστικές σου βρισιές μπροστά σ’ αυτούς.»


Όταν έφτασε ο αστυνομικός Παυλέας, βρήκε τον Μητσάρα να ουρλιάζει, την τίνα να τραβάει βίντεο με το κινητό της, τους γείτονες να παρακολουθούν τη σκηνή και τον σωρό των σκουπιδιών να μεγαλώνει λεπτό προς λεπτό.


«Μητσάρα, σε παρακαλώ, έλα μαζί μου στο τμήμα. Η υπηρεσία με έχει ήδη ενημερώσει ότι το Κόμμα έστειλε λεωφορεία γεμάτα αναρχικούς και αριστεριστές διαδηλωτές για να ρημάξουν την πόλη στο όνομα του αντιρατσισμού. Τα βίντεο της Τίνας έχουν μπουκώσει το διαδίκτυο και το AΤΑΡΣΥΑ ανακοίνωσε ήδη ότι θα κατεβάσει αυτές τις σακούλες με τα σκουπίδια ως υποψηφίους της παράταξης στις επόμενες εκλογές.»
«Πρόσεχε!»


Μια σακούλα με ούρα αστόχησε οριακά να πετύχει τον αστυνόμο Παυλέα, πιτσιλώντας τους θεατές με το καφετί υγρό της.
«Ψόφα, ρε σκατοφάγε γιδογαμιά! Ουρλιαξε με μανία ο αστυνόμος Παυλέας»
«Κι η αστυνομία είναι ρατσιστική! Ρατσιστικήηηηηη!!! Ρατσιστικήηηηηη!!! »
Το παραλήρημα της αναρχοαριστερής και αντιπατριαρχικής Τίνας διακόπηκε απότομα όταν μια σακούλα με υπολείμματα φαγητού η οποία τη χτύπησε καταπρόσωπο.
«Αηδιαστικό! Είναι... μα αυτά είναι εντόσθια... Ορίστε!!! Βλέπετε πού οδηγεί ο ρατσισμός; Στη βία και τη βαρβαρότητα.» «Όχι στην εκμετάλλευση, όχι, και πάλι όχι φασίστεεεες— είμαι με τους μετανάστες, μετανάστες κατατρεγμένοι είμαι στο πλευρό σας!»


«Μητσάρα, πρέπει να έρθεις μαζί μου· κινδυνεύεις με κατηγορία για υποκίνηση μίσους».
«Μίσους; Δε δίνω δεκάρα για εκείνα τα ποντικοφάγα ανθρωποειδή».
Ο Παυλέας τράβηξε τον Μητσάρα και τον απομάκρυνε, ενώ οι σειρήνες ούρλιαζαν. Η Τiνα συνέχισε να βιντεοσκοπεί την πλατεία μέχρι που έμεινε μόνη της, κι έπειτα πήγε σπίτι για να ικανοποιηθεί με το νέο της «Μηχάνημα-Μοσχαρίσια Γλώσσα», το οποίο —ενώ της χάριζε ευχαρίστηση— αναπαρήγαγε τους κορυφαίους μονολόγους του Πετραν Κωνσταντίνοφ, του λεγόμενου «Σφαγέα της Μαρφιν», σχετικά με τη Γάζα.


Αργότερα εκείνο το βράδυ, έφτασε η μεταναστευτική αστυνομία, απέκλεισε το καφενείον Ελληνικόν και αποχώρησε.


Την επόμενη μέρα, όσοι βρήκαν το Καφενείον Ελληνικόν κλειστό πήγαν αντ' αυτού στο Bar Sport. Πέρασε κι η Τίνα από εκεί, αλλά μη βρίσκοντας κανέναν, αποφάσισε να κατευθυνθεί στο εμπορικό κέντρο για να χαράξει με κλειδί τα αυτοκίνητα όσων πάρκαραν άσχημα· στο μεταξύ, ο καθηγητής Λούλης Τριβοκαβλάντης έγραφε ένα μακροσκελές άρθρο για την αριστερή μεταναστολάγνα εφημερίδα Μαρξιστική Γιδοχαρά, σχετικά με την αρχέγονη ομορφιά της κτηνοβασίας και την επανεκτίμησή της στο πλαίσιο της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Οι ντόπιοι συνήθισαν σιγά-σιγά εκείνη τη γεμάτη σκουπίδια γωνιά της πόλης —απλώς σταμάτησαν να συχνάζουν εκεί— και όλα επανήλθαν στην παλιά τους κατάσταση.


Μέχρι εδώ καλά, σκέφτονταν οι αφελείς — σαν τον βάτραχο μέσα στην κατσαρόλα. Ξέρεις εσύ!!!
Μια νέα υπέροχη ηλιόλουστη μέρα —που προμήνυε το φθινόπωρο με τα κιτρινισμένα φύλλα και μια ακόμη εκκόλαψη εκατομμυρίων προνυμφών μύγας— η διαπολιτισμική διαμεσολαβήτρια Τζένη Ρουφατρομπόνη και η Πόπη Καβαλοπαλούκη, σύμβουλος αρμόδια για πολιτικές συμπερίληψης, εμφανίστηκαν στο Bar Sport για να συναντήσουν τον Σταύρακα, τον ιδιοκτήτη.
«Καλημέρα, Σταύρακα,! Η κυρία Πόπη Καβαλοπαλούκη κι εγώ έχουμε μια πρόταση για σένα. Μια πρόταση που θα πρέπει να γνωρίζεις ότι δεν θα μπορείς να αρνηθείς».





























Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις