Όταν ο Ιμπραήμ έγινε Γιάννης-Βασίλης

 Όταν ο Ιμπραήμ έγινε Γιάννης-Βασίλης...Ο Κώστας Βέργος για την υπόθεση Γιαϊλαλί

Ο Γιάννης-Βασίλης Γιαϊλαλής

γεννήθηκε στην Σαμψούντα της Τουρκίας, το 1974, ως Ιμπραήμ Γιαϊλαλί. Εντάχθηκε στην εθνικιστική οργάνωση των Γκρίζων Λύκων, όπως έκαναν όλα τα παιδιά της γειτονιάς του. Η οργάνωση καλλιεργούσε και καλλιεργεί στα μέλη της το μίσος προς κάθε αυτόχθονα λαό της Μικράς Ασίας, που θα ήθελε να δηλώσει ανοιχτά μια εθνική ή εθνοτική ταυτότητα διαφορετική από την επίσημη κρατική. Η οργάνωση ειδικεύεται στο να ασκεί βία και να στρέφει την βία αυτή κυρίως κατά της Κουρδικής μειονότητας – που είναι η πιο πολυπληθής μειονότητα της χώρας.

Ένα περιστατικό που ο Γιάννης-Βασίλης αναφέρει ως την κορυφαία στιγμή μεταστροφής του από οπαδό των Γκρίζων Λύκων σε σφοδρό πολέμιό τους συνέβη, πριν μερικά χρόνια, ένα πρωινό 19ης Μαΐου, στην προκυμαία της Σαμψούντας. Η πόλη γιόρταζε, όπως κάθε χρόνο την ίδια μέρα, την έναρξη του Τουρκικού «Πολέμου της Ανεξαρτησίας». Σχολεία στολισμένα με σημαίες, στρατιωτικά αγήματα στους κεντρικούς δρόμους, ντουντούκες με εμβατήρια παντού. Για τους περισσότερους Τούρκους αυτή είναι μια ημέρα εθνικής υπερηφάνειας. Για εκείνον, μετά από όσα είχε τελευταία ανακαλύψει για τη γενοκτονία που αφάνισέ τους πρόγονούς του, αυτή ήταν πλέον μια ημέρα θλίψης και πένθους.

Ο Γιάννης-Βασίλης, που τότε ακόμη λεγόταν Ιμπραήμ, στεκόταν στην προκυμαία του λιμανιού με ένα χαρτόνι στο χέρι. Πάνω του είχε γράψει: «19 Μαΐου: Ημέρα Μνήμης της Ποντιακής Γενοκτονίας». Απέναντί του ήταν το άγαλμα του Κεμάλ. Εκεί όπου το 1919, στις 19 Μαΐου, αποβιβάστηκαν οι πρώτες ένοπλες ομάδες που θα ρήμαζαν τα χωριά των Ελλήνων προγόνων του. Στην αρχή οι περαστικοί απλώς τον κοιτούσαν περίεργα. Μετά ήρθαν οι πρώτες προσβολές: «Προδότη!», «Πήγαινε στην Ελλάδα!», «Πράκτορα του PKK!». Ένας ηλικιωμένος τον πλησίασε, τον κοίταξε στα μάτια και του είπε ψιθυριστά: «Κι ο δικός μου παππούς Ρωμιός ήταν. Μην το λέμε δυνατά.»

Λίγα λεπτά αργότερα εμφανίστηκαν οι αστυνομικοί. Του ζήτησαν τα στοιχεία του, του άρπαξαν το χαρτόνι και του πέρασαν χειροπέδες. «Για την προστασία της δημόσιας τάξης», είπαν. Καθώς τον έβαζαν στο περιπολικό, ο Γιάννης-Βασίλης σκέφθηκε ότι το κράτος, που επί έναν αιώνα γιόρταζε ανελλιπώς αυτή την ημέρα ως θρίαμβο, δεν άντεχε ούτε έναν άνθρωπο με ένα κομμάτι χαρτί να βλέπει την ιστορία με μια άλλη ματιά. Εκείνη την στιγμή κατάλαβε πως η ζωή του δεν θα μπορούσε ποτέ ξανά να χωρέσει στον ρόλο του «καλού Τούρκου πατριώτη».

Το κράτος ήξερε πάντα ποιος ήταν ο Ιμπραήμ, τώρα Γιάννης-Βασίλης, ακόμη κι όταν ο ίδιος δεν το ήξερε. Είχε ταξινομηθεί με την πραγματική καταγωγή του, δηλαδή την Ελληνική, σε μυστικούς φακέλους των υπηρεσιών ασφαλείας. Το Τουρκικό κράτος είχε φακελωμένους τους εξισλαμισθέντες με έναν κωδικό αριθμό που έδειχνε την προέλευσή τους. Το νούμερο 1 ήταν για τους Έλληνες, το νούμερο 2 για τους Αρμένιους, το νούμερο 3 για τους Εβραίους.

Από την πολύ τρυφερή ηλικία, μάθαινε ο νεαρός Ιμπραήμ να φωνάζει εθνικιστικά συνθήματα στην αυλή του σχολείου του, εναντίον Κούρδων, Ελλήνων, Αρμενίων και όποιας άλλης μειονότητας θα μπορούσε να «διαβρώσει» και να «μολύνει» τον εθνικό κορμό. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο στην περίπτωσή του είναι όχι η βία της διαγραφής της ιστορικής και οικογενειακής μνήμης, αλλά η γραφειοκρατική ευκολία με την οποία αυτή η διαγραφή επιμελώς οργανώθηκε και ακολούθως επιμελώς απεκρύβη. Ένα μητρώο σε κάποιο γραφείο της Άγκυρας γνώριζε ότι ο παππούς, ορφανό βρέφος τότε, λεγόταν Κωνσταντίνος, ότι έγινε Μεχμέτ και μουσουλμάνος και ότι ο εγγονός, που φώναζε από τα μικράτα του υπέρ Τουρκίας «Ένα έθνος, μία σημαία!», κουβαλούσε μέσα του το υπόλειμμα μιας άλλης εθνικής ταυτότητας. Όταν κάποτε μπόρεσε ο νεαρός Γιαϊλαλί να ανακαλύψει πως ο εχθρός που έμαθε να μισεί δεν ήταν παρά μια άλλη εκδοχή του ίδιου του εαυτού του, ξεκίνησε το μακρύ, επίπονο ταξίδι της επιστροφής.

Η πορεία του Ιμπραήμ προς την μετονομασία του σε Γιάννη-Βασίλη δεν είναι μια απλή προσωπική συνειδησιακή περιπέτεια, αλλά μια ανατροπή ενός επίσημου κρατικού αφηγήματος. Διεκδικώντας ξανά το όνομά του και στεκόμενος ανοιχτά πλέον στο πλευρό των Κούρδων, των Αρμενίων, των Ασσυρίων και όλων όσοι χαρακτηρίζονται ως μη-Τούρκοι, ανέτρεψε τον κώδικα της χώρας στην οποία είχε μεγαλώσει. Από αυτή την άποψη, η ρήξη με τους Γκρίζους Λύκους, είναι κάτι περισσότερο από μια ιδεολογική αφύπνιση. Είναι μια πράξη ιστορικού σαμποτάζ απέναντι στη μεγάλη σιωπή που εξακολουθεί να βαραίνει πάνω από τις ακτές του Εύξεινου Πόντου.

Το ψυχικό ταξίδι ενός ανθρώπου από τον Ιμπραήμ στον Γιάννη-Βασίλη δεν μπορεί να αναιρέσει την καταστροφή που βρήκε τότε τους Πόντιους Έλληνες, ούτε να γιατρέψει τις πληγές όσων υπέστησαν διώξεις λόγω διαφορετικής εθνικής καταγωγής. Δείχνει όμως μια άλλη δυνατότητα, απέναντι στην κατασκευασμένη καθαρότητα ενός έθνους.

Όταν, στα είκοσί του χρόνια, ήλθε η ώρα να πάει στον στρατό, ο Ιμπραήμ ζήτησε να καταταγεί στις Ειδικές Δυνάμεις στις Κουρδικές περιοχές της νοτιο-ανατολικής Τουρκίας. Ήθελε να ικανοποιήσει το παιδικό όνειρό του να πολεμήσει τους αντάρτες του PKK – του παράνομου αυτονομιστικού Κουρδικού κόμματος της περιοχής.

Σε μια μάχη με τους Κούρδους αντάρτες, ο Γιαϊλαλί τραυματίζεται και αιχμαλωτίζεται. Αυτό είναι το γεγονός που θα πυροδοτήσει μια αλυσίδα αποκαλύψεων για την αληθινή ταυτότητα του νεαρού κομάντο του Τουρκικού στρατού. Η έκκληση της οικογένειας προς το Τουρκικό κράτος και την τοπική νομαρχία, για να γίνουν κάποιες ενέργειες για την απελευθέρωση του αιχμάλωτου γιού, αντιμετωπίσθηκε με προκλητική αδιαφορία. Οι επόμενες εκκλήσεις αντιμετωπίσθηκαν με έμμεσες έως και άμεσες απειλές. Ο Γιαϊλαλί ήταν Έλληνας – ο γιος, όπως και ο πατέρας και ο παππούς – και κατά τούτο ύποπτος συνεργασίας με τους Κούρδους.

Ο Έλληνας παππούς, που σε βρεφική ηλικία, είχε υιοθετηθεί από Τουρκική οικογένεια για να γλιτώσει από τις σφαγές κατά των Ελλήνων του Πόντου, μεγάλωσε ως Τούρκος μη αποκαλύπτοντας ποτέ την αλήθεια για την καταγωγή του. Οι υπάλληλοι στην τοπική νομαρχία κράτησαν κρυμμένο το μυστικό για χρόνια, αφού πρώτα το είχαν καταγράψει στα απόρρητα κρατικά αρχεία. Το στίγμα θα παρέμενε ανεξίτηλο.

Έναν αιώνα αργότερα, ο  Ιμπραήμ Γιαϊλαλί, που τώρα πια ήταν  Γιάννης-Βασίλης Γιαϊλαλής, θα περιέγραφε την ρήξη με το νεανικό του παρελθόν ως εξής: «Είμαι ο Γιάννης-Βασίλης. Φυσικά, δεν ήμουν πάντα ο Γιάννης-Βασίλης. Ήμουν ο Ιμπραήμ πριν καταταγώ στον Τουρκικό στρατό. Ήμουν ένας ρατσιστής. Αυτό προερχόταν από την εκπαίδευση που είχα λάβει στο μέρος όπου ζούσα. Αν μου έλεγαν πριν από 30 χρόνια ότι είμαι Έλληνας, θα τους έβριζα.» Σε άλλη συνέντευξη θα έλεγε: «Στην Μπάφρα της Σαμψούντας, απ’ όπου κατάγομαι, βάζουν τους Κούρδους να κάνουν τις βαρύτερες και χειρότερες δουλειές. Υπήρχε τόσος ρατσισμός μέσα μας. Δέρναμε Κούρδους νέους εκεί πολύ συχνά.»

Η μεταστροφή του φανατικού Τούρκου εθνικιστή σε κάτι άλλο άρχισε κατά την διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας – και πάντως πριν από την σύλληψή του από τους Κούρδους αντάρτες. Τότε ήταν που έγινε μάρτυρας των συστηματικών καταχρήσεων εις βάρος των Κούρδων χωρικών από τον Τουρκικό στρατό. Πήγαιναν σε χωριά, όπως λέει ο ίδιος, τα οποία είχαν ήδη εκκενωθεί βίαια από τον Τουρκικό στρατό. Ήταν η περίοδος που τα Κουρδικά χωριά δέχονταν συνεχείς επιδρομές και πυρπολήσεις από τους Τούρκους στρατιώτες. Θεωρούντο όλοι στην περιοχή ύποπτοι συνεργασίας με τους αυτονομιστές αντάρτες και, άρα, έπρεπε να τιμωρηθούν.

Ένα, όμως, περιστατικό τον χάραξε ανεξίτηλα τον Γιάννη-Βασίλη: «Είδα τους Τούρκους στρατιώτες να κατακρεουργούν έναν νεκρό αντάρτη. Όταν το είδα, έκανα εμετό. Τότε ο υπαξιωματικός μου είπε: Είσαι άντρας; Είσαι Τούρκος; Γιατί έκανες εμετό; Οι αντάρτες δεν θα κατέληγαν ποτέ ζωντανοί αν δεν ομολογούσαν.» Στρατιωτικά τμήματα εισέβαλλαν στα σπίτια, έδερναν κόσμο και κατέστρεφαν περιουσίες. Ύστερα έβαζαν φωτιά στα σπίτια. Καλό θα ήταν να μη μείνει μάρτυρας πίσω, ώστε να καταθέσει σε κάποιον διεθνή οργανισμό.

Μετά τον τραυματισμό και την σύλληψή του, οι Κούρδοι αντάρτες τον μετέφεραν σε στρατόπεδό τους στο Ιρακινό Κουρδιστάν. Προς έκπληξή του, τον μεταχειρίστηκαν σύμφωνα με τους κανόνες του πολέμου. Του είπαν ότι ήταν αιχμάλωτος πολέμου και ότι τον προστάτευαν οι διεθνείς συνθήκες. Έδεσαν την πληγή του και τον περιποιήθηκαν ως τραυματία πολέμου. Περίμενε να τον βασανίσουν για να του αποσπάσουν πληροφορίες. Περίμενε να τον αντιμετωπίσουν με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο οι Τουρκικές Ειδικές Δυνάμεις αντιμετώπιζαν του Κούρδους αιχμαλώτους. Όμως αυτό δεν συνέβη. Νόμιζε, όπως είπε, ότι θα τον «κομμάτιαζαν». Αντί αυτού του έδωσαν τηλέφωνο για να τηλεφωνήσει στην μητέρα του. Έμεινε αιχμάλωτος των Κούρδων για δυόμισι χρόνια.

Όταν ο πατέρας του αναζήτησε πληροφορίες στην Άγκυρα, ένας ανώτερος υπάλληλος εκεί τον αποθάρρυνε: «Σας ξέρουμε. Μπορούμε να σας χαρακτηρίσουμε Έλληνες μέλη του PKK, και αν το πούμε αυτό θα βρείτε τον μπελά σας. Μην το πολυσκαλίζετε!» Η είδηση για την καταγωγή έφτασε στον αιχμάλωτο γιο, μήνες μετά την σύλληψη. Οι δημοσιογράφοι το έμαθαν ενώ έπαιρναν συνεντεύξεις από την οικογένειά του. Τότε ήταν που το μυαλό του νεαρού πολεμιστή πήρε τις μεγάλες αποφάσεις για τον πόλεμο στον οποίο ο ίδιος συμμετείχε. Ό,τι έλεγε ο Τουρκικός στρατός, ήταν ψέμα. Ό,τι έλεγε η αντίπαλη πλευρά, η ζωή το επιβεβαίωνε ως αληθινό. Είχε μεγαλώσει μέσα σε ένα ψέμα και τώρα καλείτο να αποφασίσει ποιο δρόμο θα ακολουθούσε.

Επιστρέφοντας στην Τουρκία, ο Γιαϊλαλί διώχθηκε και φυλακίστηκε. Περιγράφει ο ίδιος ξυλοδαρμούς που υπέστη επί τρεισήμισι συνεχείς μήνες, με αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό του στον θώρακα. Τον κατηγόρησαν ότι ήταν μέλος τρομοκρατικής οργάνωσης. Αποφυλακίσθηκε μέχρι τη δίκη. Στη δίκη, που έγινε το 2013, αθωώθηκε. Όμως, όλα πλέον μέσα του είχαν αλλάξει. Είχε δικάσει ο ίδιος το παρελθόν του και όσους συνέπραξαν σε αυτό το παρελθόν.

Το 2012, ο Γιαϊλαλί και η σύντροφός του, Μεράλ Γκεϊλανί, μετακόμισαν στο Ρομπόσκι, Κουρδική πόλη της νοτιοανατολικής Τουρκίας. Ήθελαν να σταθούν ενεργά δίπλα στις οικογένειες της σφαγής της 28ης Δεκεμβρίου του 2011. Το βράδυ εκείνης της κρύας ημέρας, κοντά στο Ρομπόσκι, στα σύνορα Τουρκίας–Ιράκ, στην περιοχή Ουλουντερέ (Uludere), η Τουρκική Πολεμική Αεροπορία βομβάρδισε ομάδα Κούρδων χωρικών που επέστρεφαν από το Ιρακινό Κουρδιστάν. Σκοτώθηκαν 34 αθώοι άνθρωποι – ανάμεσά τους 17 παιδιά. Οι Τουρκικές αρχές είπαν ότι επρόκειτο για λάθος ταυτοποίησης και ότι τους πέρασαν για μαχητές του PKK. Παρά τις έντονες αντιδράσεις, υπήρξε ατιμωρησία και έλλειψη δικαιοσύνης για τα θύματα.

Το 2013, ο Γιαϊλαλί υπέβαλε αίτηση στο δικαστήριο για να αντικαταστήσει το τουρκικό του όνομα με το ελληνικό Γιάννης-Βασίλης. Την ίδια εποχή, και παρά τα γραφειοκρατικά εμπόδια, ανακάλυψε σε κάποια αρχεία ότι ο προπάππους του σκοτώθηκε στη Μπάφρα και ότι ο παππούς του, που δόθηκε βρέφος σε μια τουρκική οικογένεια για υιοθεσία, ονομάστηκε Μεχμέτ.

Ο πρώην Γκρίζος Λύκος αναθεωρούσε όλη την προσωπική του ιστορία. Νόμιζε ότι ο προπάππους του πολέμησε στο πλευρό του Κεμάλ κατά του Ελληνικού στρατού – έτσι του είχαν πει – όμως τώρα μάθαινε ότι σκοτώθηκε μαζί με τους Έλληνες συντρόφους του σε μια σπηλιά σε περιοχή της Μπάφρας από τον στρατό του Κεμάλ. Η Μπιάφρα, μάθαινε τώρα, ήταν περιοχή με ανθούντα τότε Ελληνικό πληθυσμό. Όταν ο παππούς του δόθηκε για υιοθεσία, εξισλαμίστηκε και, για λόγους ασφάλειας, το γεγονός θα κρατείτο μυστικό για πάντα. Ο φόβος ήταν πανταχού παρών σε μια περιοχή όπου κάθε «μη Τούρκος» ήταν συνώνυμος του προδότη. Έτσι οι όποιες πληροφορίες από γενιά σε γενιά σβήστηκαν εντελώς.

Ο Γιαϊλαλί, που τελικά, το 2019, ταξίδεψε με μια βάρκα στην Ελλάδα για να ζητήσει πολιτικό άσυλο, είχε μέχρι εκείνη την στιγμή διαρκείς ενοχλήσεις και φυλακίσεις από το Τουρκικό κράτος. Την απόφαση του προσφυγικού του ταξιδιού την πήρε ένα μήνα πριν από ένα ακόμη δικαστήριο που θα τον έστελνε για μια ακόμη φορά στην φυλακή. (Υπάρχει κι εκείνος ο μεσαιωνικός νόμος στην σύγχρονη δημοκρατία της Τουρκίας που προβλέπει αυστηρές ποινές για την εξύβριση του Προέδρου της χώρας – και εκατοντάδες βρέθηκαν και βρίσκονται στις Τουρκικές φυλακές με τέτοιες κατηγορίες.)  Η σύντροφός του θα τον συναντούσε ξανά στην Ελλάδα.

Η δραματική ιστορία του Γιάννη-Βασίλη Γιαϊλαλή είναι μόνο μια άκρη της μεγάλης ιστορίας της γενοκτονίας και του εξανδραποδισμού των Ελλήνων του Πόντου, από το 1914 μέχρι το 1923 – στην αρχή από τους πασάδες της Τουρκίας και μετά από του Κεμαλικούς της χώρας. Από τους 700.000 Πόντιους Έλληνες που ζούσαν στην Τουρκία (Οθωμανική αυτοκρατορία τότε) στην αρχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, 350.000 σκοτώθηκαν, ενώ οι υπόλοιποι 350.000 ξεριζώθηκαν κατά την επακόλουθη υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Ήταν το τέλος μιας από τις αρχαίες ελληνικές περιοχές της Μικράς Ασίας. Κάποιοι, βέβαια, παρέμειναν στα πάτρια εδάφη του Πόντου ως εξισλαμισθέντες. Στην τελευταία κατηγορία ανήκει και ο παππούς του Γιάννη-Βασίλη Γιαϊλαλή.

Αυτή η ιστορία είναι η αληθινή ιστορία ενός νέου, του Ιμπραήμ, που κάποτε παρασύρθηκε από τα δηλητηριώδη ψέματα του εθνικισμού και του φανατισμού. Συνέβη στην Τουρκία. Μπορεί να συμβεί σε κάθε άλλη χώρα του κόσμου, όταν η χώρα αυτή θα καταβυθίζεται στα σκοτάδια του μισαλλοδοξίας. Πολιτισμένα έθνη, στην διάρκεια του 20ου αιώνα, παγιδεύτηκαν στην πλάνη περί καθαρότητας του αίματος και περί ανωτερότητας της φυλής, οδηγώντας την ανθρωπότητα σε φρικτά μονοπάτια.

ΥΓ.1: Ο καθηγητής Κωνσταντίνος Φωτιάδης, που διατηρεί το μεγαλύτερο αρχείο ντοκουμέντων για την Ελληνική γενοκτονία στον Πόντο, αναφέρει τον λόγο της έλλειψης σχετικού φωτογραφικού υλικού ισομεγέθους προς αυτό της αρμενικής γενοκτονίας. Μετά το 1915 και την ευρεία διάδοση, κυρίως στην Αμερική, του φρικτού φωτογραφικού υλικού της Αρμενικής γενοκτονίας, αποφασίσθηκε η αυστηρή απαγόρευση φωτογράφισης (επί ποινή θανάτου) της Ελληνικής γενοκτονίας.

ΥΓ.2: Η γενοκτονία των Αρμενίων πραγματοποιήθηκε, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, το 1915. Ενάμισι εκατομμύριο Αρμένιοι χάθηκαν τότε, θύματα μιας πρωτοφανούς βαρβαρότητας. Πολλοί ιστορικοί την θεωρούν ως την πρώτη γενοκτονία του εικοστού αιώνα. Μέχρι σήμερα, τριάντα τέσσερα κράτη έχουν αναγνωρίσει επίσημα την Αρμενική γενοκτονία ως τέτοια. Οι Αρμενικές οργανώσεις, ιδίως εκείνες της διασποράς, συνεχίζουν τον αγώνα τους για την αναγνώρισή της και από τις υπόλοιπες χώρες και από την ίδια την Τουρκία. Η αναγνώριση δεν αποτελεί πράξη πολέμου. Η αναγνώριση αποτελεί πράξη δικαιοσύνης, και μέσω αυτής, στρώνεται ο δρόμος προς την ειρήνη και την συμφιλίωση.

ΥΓ.3: Η οικονομία των πόλεων του Πόντου βρισκόταν, στις αρχές του 20ου αιώνα, σε μη μουσουλμανικά χέρια – σε ελληνικά και αρμενικά. Υπάρχει πάντα και αυτό το κίνητρο δίπλα στο εθνικιστικό πάθος της γενοκτονίας και της εθνοκάθαρσης: να πάρουν οι μεν τις δουλειές των δε.

ΥΓ.4: Ανάλογη προς την περίπτωση του Γιάννη-Βασίλη Γιαϊλαλή είναι και αυτή του συγγραφέα Ταμέρ Τσιλινγκίρ (Tamer Çilingir), που σήμερα ζει στην Ελβετία. Σε ομιλία του στην Ελβετική βουλή, τον Σεπτέμβριο του 2025, είπε τα εξής για την περίοδο που ξεκινάει το 1914 και φθάνει μέχρι το 1923: «Οι χριστιανοί Έλληνες είτε σφαγιάστηκαν είτε εκτοπίστηκαν. Οι μουσουλμάνοι Πόντιοι, που παρέμειναν στον τόπο, υπέστησαν επί έναν αιώνα πιέσεις για τον εκτουρκισμό του. Διανοούμενοι, καλλιτέχνες, γιατροί και τεχνίτες εξοντώθηκαν, εκκλησίες, σχολεία και η πολιτιστική κληρονομιά καταστράφηκαν, και περιουσίες λεηλατήθηκαν. Οι ιδρυτές της Τουρκικής Δημοκρατίας ισχυρίστηκαν αργότερα ότι εκπολίτισαν μια αμόρφωτη και φτωχή Ανατολία. Στην πραγματικότητα, οι ίδιοι κατέστρεψαν την πνευματική και πολιτιστική ελίτ καθώς και την ευημερία της περιοχής. Σήμερα, περισσότεροι από δέκα εκατομμύρια άνθρωποι ζουν στον Πόντο, και μεγάλο μέρος αυτών είναι απόγονοι βίαια εξισλαμισμένων Ελλήνων.»

Πηγές:

Μαλκίδης, Φ., (επιμ), Γιαϊλαλί, Γ.Β., Γκεϊλανί, Μ., Τσιλιγκίρ, Τ., 2018. Γιάννης Βασίλης Γιαϊλαλί: Λευτεριά στους λαούς της Μικράς. Αθήνα: Εύξεινος Λόγος.

Bryer, A., 1991. ‘The Pontic Greeks before the Diaspora’. Oxford: Journal of Refugee Studies, v. 4.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΠΗΓΗ 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις