ΠΩΣ ΤΟ ΒΕΛΙΓΡΑΔΙ ΚΑΤΑΛΗΦΘΗΚΕ ΑΠΟ 7 ΓΕΡΜΑΝΟΥΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ....!!!

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 

 Στην φωτογραφία

ο Φριτς Κλίνγκενμπεργκ (Fritz Klingenberg), λοχαγός (Hauptsturmführer) της 2ης Μεραρχίας SS «Das Reich» κατά την παρασημοφόρηση του από τον Αδ. Χίτλερ.

Στις 12 Απριλίου 1941 ο Κλίνγκενμπεργκ Επικεφαλής μίας μικρής περιπόλου αναγνώρισης έφτασε στα περίχωρα του Βελιγραδίου. Όταν ο Κλίνγκενμπεργκ διαπίστωσε ότι οι γέφυρες ήταν κατεστραμμένες, αντί να περιμένει παθητικά την άφιξη μονάδων μηχανικού ή νέες διαταγές από το επιτελείο, βρήκε τρόπο να διασχίσει το ποτάμι και να πιέσει την κατάσταση. Επικεφαλής μίας μικρής περιπόλου αναγνώρισης, ο Κλίνγκενμπεργκ βρήκε μια εγκαταλελειμμένη μηχανοκίνητη βάρκα και πέρασε τον φουσκωμένο Δούναβη μαζί με μόλις 6 στρατιώτες, αγνοώντας τις εντολές αναμονής της κύριας γερμανικής δύναμης.

Λίγο μετά τη διάβαση του Δούναβη και την είσοδό τους στα περίχωρα του Βελιγραδίου, οι επτά άνδρες έπεσαν πάνω σε μια περίπολο γιουγκοσλαβικών οχημάτων. Ακολούθησε σύντομη ανταλλαγή πυρών, κατά την οποία οι άνδρες του Κλίνγκενμπεργκ εξουδετέρωσαν την αντίσταση χωρίς απώλειες, κατέλαβαν τα γιουγκοσλαβικά στρατιωτικά οχήματα και τα χρησιμοποίησαν για να κινηθούν γρήγορα προς το κέντρο. Πλησιάζοντας τα κυβερνητικά κτίρια, η ομάδα δέχτηκε ξανά πυρά από Γιουγκοσλάβους στρατιώτες. Μετά από άλλη μία σύντομη μάχη, οι Γιουγκοσλάβοι υποχώρησαν, και ο Κλίνγκενμπεργκ συνέλαβε τους πρώτους δεκάδες αιχμαλώτους.

Η μικρή ομάδα προχώρησε ανενόχλητη στο κέντρο του Βελιγραδίου, το οποίο ήταν σε σύγχυση μετά από μέρες σφοδρών βομβαρδισμών από τη Luftwaffe. Έφτασαν στη γερμανική πρεσβεία και ύψωσαν τη Γερμανική σημαία, δημιουργώντας την εντύπωση ότι η πόλη είχε ήδη καταληφθεί. Ο Κλίνγκενμπεργκ παρουσιάστηκε στον δήμαρχο της πόλης (Γέβρεμ Τόμιτς) και δήλωσε ψευδώς ότι ήταν η εμπροσθοφυλακή μιας ολόκληρης τεθωρακισμένης μεραρχίας. Απείλησε ότι εάν η πόλη δεν παραδινόταν άμεσα, θα καλούσε μέσω ασυρμάτου μαζικό αεροπορικό βομβαρδισμό ισοπέδωσης.

Ο δήμαρχος πείστηκε και παρέδωσε επίσημα τα κλειδιά της πόλης και τη φρουρά της (περίπου 1.300 στρατιώτες) στους 7 άνδρες. Ο κύριος όγκος των γερμανικών τεθωρακισμένων δυνάμεων μπήκε στο Βελιγράδι την επόμενη ημέρα, βρίσκοντας την πρωτεύουσα ήδη υπό τον έλεγχο της μικρής ομάδας του Κλίνγκενμπεργκ. Για την ενέργειά του αυτή τιμήθηκε με τον Σταυρό των Ιπποτών. Ένας μόνο Γερμανός στρατιώτης τραυματίστηκε ελαφρά (στραμπούληξε τον αστράγαλό του) κατά τη διάρκεια όλης της επιχείρησης.

Αυτή η κίνηση του Κλίνγκενμπεργκ θεωρείται ένα από τα πιο ακραία —και επιτυχημένα— παραδείγματα εφαρμογής του Auftragstaktik (τακτική διοίκησης βάσει αποστολής). Το γερμανικό στρατιωτικό δόγμα δεν απαιτούσε από τους κατώτερους αξιωματικούς τυφλή υπακοή σε λεπτομερή βήματα (Befehlstaktik), αλλά τους έδινε την ελευθερία να δράσουν με βάση τις συνθήκες του πεδίου.

Η διοίκηση έθετε τον γενικό στρατηγικό στόχο (την ταχεία προέλαση και κατάληψη θέσεων προς το Βελιγράδι), αλλά άφηνε την πρωτοβουλία στον αξιωματικό του πεδίου για το πώς θα τον επιτύχει. Το Auftragstaktik ενθάρρυνε την ανάληψη ρίσκου όταν υπήρχε κενό στην άμυνα του εχθρού. Εάν ο Κλίνγκενμπεργκ αποτύγχανε, αντιμετώπιζε ακόμα και στρατοδικείο για παρακοή εντολών· καθώς όμως πέτυχε εκμεταλλευόμενος την πλήρη σύγχυση της γιουγκοσλαβικής διοίκησης, η πρωτοβουλία του επιβραβεύτηκε πλήρως. Σε ένα παραδοσιακό, αυστηρά συγκεντρωτικό στρατιωτικό σύστημα, ένας λοχαγός που θα ξεκινούσε μόνος του με έξι στρατιώτες να καταλάβει μια πρωτεύουσα εκατοντάδων χιλιάδων κατοίκων θα είχε ανακληθεί αμέσως.

Κατά την Επιχείρηση «Μαρίτα», τη γερμανική εκστρατεία εναντίον της Ελλάδας, απονεμήθηκαν τρεις Σταυροί των Ιπποτών του Σιδηρού Σταυρού σε ισάριθμες περιπτώσεις εφαρμογής της τακτικής ανάληψης πρωτοβουλίας (Auftragstaktik).

Οι δύο πρώτοι [Σταυροί] απονεμήθηκαν σε δύο αρχιλοχίες, τους Έριχ Γκέλνιτς (Erich Göllnitz) και Βίλχελμ Μπρίνκμαν (Wilhelm Brinkmann), επικεφαλής εμπροσθοφυλακών και στοιχείων κρούσης (Stoßtruppen) του 125ου Συντάγματος. Εκμεταλλευόμενοι μέσα από διαφορετικά δρομολόγια τα νεκρά σημεία του εδάφους και την κάλυψη από τον καπνό των βομβαρδισμών, και χωρίς να αναμένουν την ανάπτυξη του κύριου σώματος του λόχου τους, προχώρησαν αυτόνομα με τις ομάδες τους. Υπερκέρασαν τα συρματοπλέγματα και κατέλαβαν την κορυφή του Υψώματος 520 στα μετόπισθεν, κατά τη μάχη του οχυρού Ρούπελ, θέτοντας σε δυσχερή θέση τις ελληνικές δυνάμεις.

Για την ταχύτητα, την πρωτοβουλία και την τόλμη που επέδειξαν στη διάσπαση των ελληνικών προκεχωρημένων γραμμών στον τομέα του Στρυμόνα, οι πράξεις τους μνημονεύτηκαν ιδιαίτερα στις πολεμικές αναφορές του 125ου Συντάγματος και τιμήθηκαν με τον Σιδηρού Σταυρό των Ιπποτών.

Ο τρίτος Σιδηρούς Σταυρός των Ιπποτών απονεμήθηκε στον αξιωματικό της Σωματοφυλακής SS «Αδόλφος Χίτλερ» (Leibstandarte SS Adolf Hitler - LSSAH) Κουρτ Μάγιερ (Kurt Meyer, γνωστό με το προσωνύμιο «Panzermeyer»), τότε διοικητή του Τάγματος Αναγνώρισης (Aufklärungsabteilung) της μονάδας. Η αρχική εντολή προς το τάγμα ήταν απλώς η ανίχνευση και η κάλυψη του πλευρού της κύριας γερμανικής προέλασης, η οποία κατευθυνόταν προς την Κοζάνη.

Αντί να παραμείνει σε ρόλο παθητικής επιτήρησης, ο θρυλικός «Panzermeyer» αντιλήφθηκε ότι το πέρασμα της Κλεισούρας αποτελούσε το «κλειδί» για να υπερκεραστεί ολόκληρη η γραμμή του ελληνικού στρατού που υποχωρούσε από το Αλβανικό Μέτωπο. Γνωρίζοντας ότι η άμυνα των ελληνικών δυνάμεων (20ή Μεραρχία Πεζικού) στη στενωπό ισχυροποιούνταν ώρα με την ώρα, δεν ανέμεινε ενισχύσεις πυροβολικού ούτε έγκριση από το επιτελείο της μεραρχίας· αποφάσισε να επιτεθεί μετωπικά και ακαριαία με τις ελαφρές μηχανοκίνητες δυνάμεις του (πεζοπόρους μοτοσικλετιστές και στοιχεία αναγνώρισης).

Σε μια γνωστή στιγμή κατά την έφοδο στις πλαγιές της Κλεισούρας, όταν οι άνδρες του καθηλώθηκαν από πυρά πολυβόλων, ο Μάγιερ πέταξε μια χειροβομβίδα ακριβώς πίσω από τα πόδια των δικών του στρατιωτών για να τους αναγκάσει να ορμήσουν μπροστά αντί να παραμείνουν καθηλωμένοι στη ζώνη πυρός. Μόλις έσπασε η στενωπός στις 14 Απριλίου, δεν σταμάτησε για ανασύνταξη· εκμεταλλεύτηκε το ρήγμα, μπήκε στην Καστοριά στις 15 Απριλίου και αιχμαλώτισε χιλιάδες στρατιώτες, ακυρώνοντας τη δυνατότητα συντεταγμένης σύμπτυξης του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας. 

Η παρασημοφόρηση με τον Σταυρό των Ιπποτών ήταν η επιβράβευση της διοίκησης για έναν κατώτερο διοικητή μονάδας αναγνώρισης που, δρώντας αυτόνομα και με τεράστιο ρίσκο, έκρινε στρατηγικά την έκβαση μιας ολόκληρης φάσης της εκστρατείας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΠΗΓΗ 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις