Οι ανεμογεννήτριες που τοποθέτησε στα καμένα ο Μητσοτάκης, δίνουν σχεδόν τζάμπα ρεύμα στη Βουλγαρία, η οποία το επιστρέφει στην Ελλάδα σε εξωφρενικές τιμές

Ενώ εταιρείες παραγωγής ρεύματος από ΑΠΕ
κινδυνεύουν ακόμη και να χρεοκοπήσουν επειδή οι τιμές χονδρικής είναι χαμηλές ή και μηδενικές κάποιες ώρες κάθε μέρα, οι Ελληνες καταναλωτές δεν βλέπουν όφελος στον λογαριασμό τους. Αντιθέτως, επωφελούνται οι Βούλγαροι, καθώς το ρεύμα από ΑΠΕ που περισσεύει εξάγεται, αποθηκεύεται σε μπαταρίες και καταναλώνεται όποτε το χρειάζονταιΤο όφελος της φθηνής παραγωγής από τις ΑΠΕ μεταφέρεται ελάχιστα στους λογαριασμούς ρεύματος.Παρά το ότι η Ελλάδα έχει εγκαταστήσει 18.000 «πράσινα» μεγαβάτ που παράγουν άφθονη και φθηνή ενέργεια από τον ήλιο και τον άνεμο, η χώρα μας έχει την 3η ακριβότερη τιμή κιλοβατώρας στην Ευρώπη
Η Ελλάδα έχει εγκαταστήσει 18.000 «πράσινα» μεγαβάτ που παράγουν άφθονη και φθηνή ενέργεια από τον ήλιο και τον άνεμο για πολλές ώρες της ημέρας και για κάποιες ακόμη και σε μηδενικές τιμές. Από το 2024 η χώρα έχει μετατραπεί σε καθαρό εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ από τις αρχές του 2026 εξάγει περίπου μία τεραβατώρα τον μήνα, επίδοση που την κατατάσσει τέταρτη μεγαλύτερη καθαρή εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη, μετά τη Γαλλία, τη Σουηδία, την Ολλανδία και το Βέλγιο.
Οι ΑΠΕ βελτίωσαν αισθητά και τη θέση της χώρας στον χάρτη των ευρωπαϊκών χονδρεμπορικών αγορών ηλεκτρισμού. Η Ελλάδα δεν κρατάει πλέον τα σκήπτρα της ακριβότερης αγοράς που κρατούσε διαχρονικά. Κάπου εδώ όμως σταματάνε τα καλά νέα και αρχίζουν τα παράδοξα:
1. Στη λιανική αγορά, η τιμή της κιλοβατώρας είναι η τρίτη ακριβότερη στην Ευρώπη και, σε όρους αγοραστικής δύναμης, η ακριβότερη. Σύμφωνα με στοιχεία του Green Tank, το 2025 η λιανική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα ήταν υψηλότερη κατά 36,5 ευρώ/MWh (29,3%) από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε ονομαστικές τιμές και κατά 72,6 ευρώ/MWh (57,8%) σε όρους αγοραστικής δύναμης.
2. Το φθηνό ρεύμα των ΑΠΕ δεν φτάνει στον Ελληνα καταναλωτή.
Το όφελος της φθηνής παραγωγής από τις ΑΠΕ μεταφέρεται ελάχιστα στους λογαριασμούς ρεύματος. Η κατάρρευση των τιμών τις μεσημεριανές ώρες, λόγω της υπερπαραγωγής φωτοβολταϊκών, συμπιέζει τη μέση χονδρεμπορική τιμή στην αγορά επόμενης ημέρας, που αποτελεί τη βάση για τη διαμόρφωση της λιανικής τιμής.
Η Βουλγαρία αποθηκεύει την ενέργεια που εισάγει από την Ελλάδα σε μηδενικές τιμές το μεσημέρι και τη διοχετεύει στο δίκτυό της το βράδυ, όταν οι τιμές ανεβαίνουν.
Η υστέρηση αυτή, σε συνδυασμό με τη διευρυνόμενη απόκλιση προσφοράς και ζήτησης, εξελίσσεται σε συστημικό πρόβλημα για την αγορά ενέργειας.
«Η πλεονάζουσα καθαρή ενέργεια που παράγεται σήμερα στην Ελλάδα εξάγεται και αποθηκεύεται στη Βουλγαρία και τη Βόρεια Μακεδονία», παραδέχθηκε πρόσφατα ο επικεφαλής του ΑΔΜΗΕ, Μάνος Μανουσάκης, επισημαίνοντας την επιτακτική ανάγκη ανάπτυξης μονάδων αποθήκευσης στο ελληνικό σύστημα.
3. Το αόρατο κόστος της εξισορρόπησης.
Υπάρχει όμως και ένα ακόμη, λιγότερο ορατό κόστος: η εξισορρόπηση του συστήματος.
Η μεγάλη συμμετοχή των ΑΠΕ στην αγορά επόμενης ημέρας (DAM), όπου η τιμή καθορίζεται από την προσφορά και τη ζήτηση, προκαλεί έντονες διακυμάνσεις λόγω της μεταβλητότητας της παραγωγής τους.
Για να διατηρείται σταθερό το σύστημα, οι μονάδες φυσικού αερίου παραμένουν σε διαθεσιμότητα για να τεθούν σε λειτουργία ώστε να εξισορροπούν τα φορτία, λαμβάνοντας αποζημιώσεις που αυξάνονται όσο αυξάνεται η ευμετάβλητη παραγωγή των ΑΠΕ.
Εντός του έτους η γειτονική χώρα αναμένεται να έχει συστήματα αποθήκευσης ισχύος 4 GW, την ώρα που στην Ελλάδα τον προηγούμενο μήνα τέθηκαν δοκιμαστικά μόλις 72 MW.
Το λεγόμενο «κόστος εξισορρόπησης» προσθέτει σημαντικές επιβαρύνσεις στη χονδρεμπορική τιμή – τον Απρίλιο έφτασε ακόμη και τα 60 ευρώ/MWh. Το αποτέλεσμα είναι, ακόμη και όταν η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας μηδενίζεται στη χονδρική αγορά, ο Ελληνας καταναλωτής να συνεχίζει να πληρώνει ακριβά λόγω των πρόσθετων χρεώσεων εξισορρόπησης. Αντίθετα, ο Βούλγαρος εισάγει την ίδια ενέργεια σε μηδενική τιμή και την αξιοποιεί μέσω αποθήκευσης προς όφελος του δικού του συστήματος και των δικών του καταναλωτών.
4. Οι περικοπές ενέργειας γίνονται μόνιμο πρόβλημα.
Η υψηλή διείσδυση φωτοβολταϊκών, σε συνδυασμό με τους περιορισμούς του δικτύου, την έλλειψη αποθήκευσης και τη στασιμότητα της ζήτησης, μετατρέπει τις περικοπές παραγωγής και τις μηδενικές τιμές σε δομικό χαρακτηριστικό της αγοράς ηλεκτρισμού, με τις συνέπειες να αγγίζουν πλέον όχι μόνο την ενεργειακή αγορά αλλά και το τραπεζικό σύστημα.
Κορυφαίοι επιχειρηματίες του κλάδου προειδοποιούν για ένα νέο κύμα κόκκινων δανείων. «Εμείς στην Ελλάδα, με τα άπειρα φωτοβολταϊκά, έχουμε γίνει εξαγωγείς ενέργειας. Το μεσημέρι η ενέργεια περισσεύει και τη διοχετεύουμε προς τον Βορρά.
Πριν κάνουμε όμως εξαγωγές, έχουν προηγηθεί εδώ μηδενικές τιμές ενέργειας, κάτι που σημαίνει πως όποιος έχει κάνει την επένδυση δεν έχει να πληρώσει ούτε το χρεολύσιο ούτε τους τόκους. Οπότε, σε λίγο θα δούμε το φαινόμενο πολλά από αυτά τα πάρκα να περνούν στις τράπεζες και να βγαίνουν σε πλειστηριασμούς. Είναι η περίφημη γενιά των νέων κόκκινων δανείων», είπε ο επικεφαλής της Metlen, Ευάγγελος Μυτιληναίος, μιλώντας στο ίδιο συνέδριο.
Ανάλογο καμπανάκι κινδύνου έκρουσε λίγες ημέρες νωρίτερα και ο επικεφαλής της Aktor, Αλέξανδρος Εξάρχου, ο οποίος έκανε λόγο για πιθανό κύμα μη εξυπηρετούμενων δανείων έως και 25 δισ. ευρώ. Οπως σημείωσε, εάν οι περικοπές παραγωγής ξεπεράσουν το 20%, εξαφανίζεται ουσιαστικά το περιθώριο κέρδους πολλών έργων ΑΠΕ.
Οι περικοπές ενέργειας που ξεκίνησαν ως ένα σπάνιο φαινόμενο τους ανοιξιάτικους μήνες, έχουν εξελιχθεί σε δομικό χαρακτηριστικό της αγοράς ηλεκτρισμού καθώς συνεχίζεται η μεγάλη διείσδυση των ΑΠΕ διευρύνοντας την αναντιστοιχία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης.
Το 2025 απορρίφθηκαν 1.867 GWh ηλεκτρικής ενέργειας, υπερδιπλάσιες από τις 899 GWh του 2024. Μόνο στο πρώτο τετράμηνο του 2026 οι περικοπές έφτασαν τις 876,5 GWh, αυξημένες κατά 49% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα πέρυσι. Τον εκθετικό ρυθμό των περικοπών ακολουθούν και οι μηδενικές τιμές. Το πρώτο τρίμηνο του 2026 καταγράφηκαν 239,5 ώρες μηδενικών ή αρνητικών τιμών, έναντι μόλις 13 ωρών την ίδια περίοδο του 2025.
Παρότι το φαινόμενο εμφανίζεται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις πλέον εκτεθειμένες αγορές. Σύμφωνα με τον ENTSO-E, έως το 2030 οι εγκαταστάσεις ΑΠΕ στην Ελλάδα θα είναι δέκα φορές περισσότερες από το ελάχιστο φορτίο βάσης.


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου